Δείγμα μας περιγράφει φλασιά του: «Οδηγούσα πιωμένος όταν περίπου άκουσα το υπόστρωμα του χρόνου. Κοσμικό και ιδιωτικό, διακριτικό και ασταμάτητο, ένας απαλός και βαρύς ποταμός που κυλά σχεδόν αθόρυβα κάτω από όσα συμβαίνουν. Κάπου πήγαινα μα σκεφτόμουν άλλα. Οι άνθρωποι γύρω το είχαν σκάσει για λίγο από σενάρια φευγάτου ηδονισμού. Προσπαθούσα να θυμηθώ τι είχα πει, αλλά περισσότερο μάλλον είχα νιαουρίσει, πράγμα που υπόγεια εκχυδάιζε, ακόμα λίγο, τα πράγματα. Θα έπρεπε ίσως, αλλά βαριόμουν να το αναλύσω – θα ήταν άλλωστε εκτός θέματος, αφού κάθε μου σκέψη ήταν πια ένα κάμωμα στον εαυτό μου που έψαχνε το κινητό του. Το αυτοκίνητο έβγαζε παράξενους θορύβους και μόνο τα δέντρα που έτρεχαν και ο πανικός μου έδειχναν να κατάγονται από εκείνο το ήρεμο και πένθιμο φύσημα.»